
Η διατροφή αποτελεί αδιαμφισβήτητα, πολύ σημαντικό παράγοντα υγιούς ανατροφής του παιδιού, από την προσχολική του ακόμη ηλικία, καθώς συμβάλλει άμεσα στην ομαλή σωματική, νοητική, ψυχική και κοινωνική ανάπτυξη και εξέλιξη του ατόμου επηρεάζει πολλούς τομείς της εξέλιξης του παιδιού, σε επίπεδο σωματικό, νοητικό, ψυχικό αλλά και κοινωνικό. ωστόσο, περισσότερο κρίσιμα είναι τα 2-3 πρώτα χρόνια του παιδιού, καθώς σε αυτή την ηλικία υλοποιείται η φυσιολογική ανάπτυξη του παιδιού και ο ρυθμός ανάπτυξής του είναι πιο γρήγορος (Harmon et al., 2018). Ακόμη, η διατροφή σε αυτήν την ηλικία, ενδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα του παιδιού προκειμένου να μην είναι επιρρεπές σε λοιμώξεις ή ασθένειες, λαμβάνοντας τα σωστά θρεπτικά συστατικά. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι κατά τα επόμενα χρόνια της ζωής του παιδιού, η διατροφή παίζει λιγότερο σημαντικό ρόλο, αντιθέτως είναι εξίσου σημαντική καθώς κατά την εφηβεία τα παιδιά αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο εμφάνισης παχυσαρκίας, αλλά και άλλων προβλημάτων υγείας όπως είναι η σιδηροπενική αναιμία, η τερηδόνα, η ανορεξία, η βουλιμία κ.λπ. (Djenovic & Levitsky, 2003). Oι διατροφικές συνήθειες που θα υιοθετηθούν από το άτομο κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, θα ορίσουν και την κατάσταση της υγείας του κατά την ενήλικη ζωή του (Ζαμπέλας, 2002).
Μάλιστα, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στη διατροφική πρόσληψη του παιδιού κατά τα πρώτα 2 ή 3 χρόνια της ζωής του, διότι η χρονική αυτή περίοδος θεωρείται, από τους ειδικούς επιστήμονες, ιδιαιτέρως κρίσιμη για τη φυσιολογική ανάπτυξη του παιδιού, αλλά και για τις διατροφικές συνήθειες που θα αποκτήσει και θα διατηρήσει και κατά την ενήλικη ζωή του(Μόρτογλου & Μόρτογλου 2002).
Τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός παιδιού είναι πολύ σημαντικά, διότι το παιδί σε αυτήν την τρυφερή ηλικία διαθέτει ένα ανοσοποιητικό σύστημα αδύναμο, πράγμα που σημαίνει ότι το παιδί είναι εκτεθειμένο στην επικινδυνότητα λοιμώξεων, εάν τα θρεπτικά συστατικά που λαμβάνει είναι ελάχιστα ή και μηδαμινά. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, η διατροφή παίζει πολύ σημαντικό ρόλο κατά την πρώτη ειδικά τριετία ανάπτυξης του παιδιού και μάλιστα πρόκειται για μια περίοδος που κατέχει καθοριστικό ρόλο και κατά την εφηβική περίοδο του ατόμου όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος εμφάνισης της παχυσαρκίας, η οποία συνήθως συνοδεύεται και με άλλα προβλήματα υγείας, όπως είναι για παράδειγμα η σιδηροπενική αναιμία. Επομένως, οι διατροφικές συνήθειες που θα αποκτηθούν κατά την παιδική και εφηβική ηλικία του ατόμου, επιφέρει ποικίλες επιρροές και στην υγεία του κατά την ενήλικη ζωή του(Δεμίρογλου, 2013).
Διαπιστώνεται λοιπόν ότι, οι αρχές της υγιεινής διατροφής ενός ατόμου από την παιδική του ακόμα ηλικία, έχουν τον ρόλο στιβαρών θεμελίων για τη δημιουργία και θωράκιση ενός υγιούς οργανισμού, προλαμβάνοντας έτσι την εμφάνιση μακροχρόνιων νοσημάτων, όπως είναι τα καρδιακά προβλήματα, η οστεοπόρωση κ.ά. Είναι λοιπόν κατανοητό ότι η παιδική ηλικία είναι το σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση ενός ορθού πλαισίου διατροφικών συνηθειών που θα πρέπει να γίνεται τρόπος ζωής, ώστε να διαμορφώνεται μια διατροφική συμπεριφορά με τον ενεργό ρόλο της οικογένειας και σε συνδυασμό με συχνή σωματική άσκηση του παιδιού. Η υιοθέτηση σωστών διατροφικών συνηθειών, συμβάλλει στην αποφυγή εμφάνισης προβλημάτων υγείας, ωστόσο στην ανάπτυξη των υγιεινών διατροφικών συνηθειών σημαντικό ρόλο διαδραματίζει κυρίως το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού (Κουρκούτα, Ράρρα, Αμπραχίμ, 2013).
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, η απόκτηση και διατήρηση υγιεινών διατροφικών συνηθειών στο άτομο, αποτελούν τον θεμέλιο λίθο για τη μακροβιότητα αλλά και την πρόληψη χρόνιων νοσημάτων, επικίνδυνων για την υγεία του ατόμου κατά την ενήλικη ζωή του. Τέτοιους κινδύνους αποτελούν ο σακχαρώδης διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και η οστεοπόρωση. Η απόκτηση ενός υγιή τρόπου διατροφής από την παιδική ακόμη ηλικία, είναι επίσης σημαντική γιατί το άτομο κατά την παιδική του ηλικία διαμορφώνει ένα πλαίσιο, θα λέγαμε, των διατροφικών του συνηθειών, αλλά και του τρόπου ζωής και της συμπεριφοράς του, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό και τη σωματική άσκηση που λειτουργεί ευεργετικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να διατυπώσουμε ότι, για την παιδική υγεία είναι κρίσιμης σημασίας να δομείται ένα καλά μελετημένο διατροφικό πλάνο το οποίο θα στοχεύει στη διαμόρφωση των σωστών διατροφικών συνηθειών του παιδιού. Ωστόσο, οι συνήθειες αυτές συχνά επηρεάζονται από οικογενειακούς παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επιδράσουν δραματικά στις διατροφικές συνήθειες του ατόμου.
Τονίζουμε λοιπόν ότι, η διατροφή που θα ακολουθεί ένα άτομο από την παιδική του ηλικία μέχρι και την ενήλικη ζωή του, είναι ένα σημαντικό ζήτημα που απασχολεί την επιστημονική κοινότητα καθώς συχνά ερχόμαστε σε επαφή με τα ακραία και επικίνδυνα φαινόμενα τόσο της παχυσαρκίας όσο και του υποσιτισμού. Πρόκειται για δύο σοβαρά φαινόμενα τα οποία απασχολούν τον παγκόσμιο πληθυσμό και μάλιστα από διεθνείς εκθέσεις, διαπιστώνεται ότι τα παιδιά με παχυσαρκία αποτελούν συχνότερο φαινόμενο στην Ευρώπη στις ηλικίες των 6-19 ετών, ενώ στην Ελλάδα σχετικές έρευνες δείχνουν ότι, τα παχύσαρκα παιδιά είναι ηλικίας 6-10 ετών, ένα ποσοστό του 31% αρκετά υψηλό σχετικά με τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας στις χώρες της Ευρώπης. Εντυπωσιακό είναι ωστόσο, αν και αναμενόμενο, ότι οι έρευνες αυτές συνδέουν την παχυσαρκία με τη μείωση του προσδοκώμενου ορίου ζωής, καθώς και με την εμφάνιση ποικίλων προβλημάτων υγείας τόσο κατά την παιδική ηλικία όσο και κατά την ενήλικη ζωή(Λιναρδάκης, 2005).Το οικογενειακό περιβάλλον είναι το πρώτο και κυρίαρχο κοινωνικό περιβάλλον με το οποίο έρχονται σε επαφή τα παιδιά. Επομένως, είναι λογικό η δομή και οι συνήθειες τις οικογένειας να επιδρούν στα παιδιά και να επηρεάζουν τις διατροφικές τους συνήθειες. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι, η οικογένεια διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στις διατροφικές συνήθειες της προσχολικής και της σχολικής ηλικίας, αλλά και της ενήλικης ζωής του ατόμου. Ειδικότερα, τα γονεϊκά πρότυπα αποτελούν και τους βασικούς παράγοντες επιρροής. Πρωταρχικό ρόλο στον τρόπο διαμόρφωσης των διατροφικών συνηθειών του παιδιού έχει φυσικά η οικογένεια και κυρίως οι γονείς, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τις επιλογές των τροφίμων που θα μπουν στο σπίτι, αλλά επίσης είναι υπεύθυνοι και για τις “ανθυγιεινές επιλογές”, καθώς και οι δύο αν δεν ακολουθηθούν με ισορροπία, μπορούν να συμβάλλουν στην απόκτηση λανθασμένων συνηθειών διατροφής οι οποίες μελλοντικά θα καθορίσουν την υγεία του παιδιού και αργότερα του ενήλικα.
Γονείς που μπορεί να αντιμετωπίσουν με απερισκεψία τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών τους ή προκειμένου να τα καλοπιάσουν ή να τα κάνουν χαρούμενα, τους προσφέρουν τροφές που θα τα ευχαριστήσουν, ανεξάρτητα εάν δεν είναι υγιεινές και δημιουργούν έτσι μια λανθασμένη αντίληψη της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στο φαγητό και τα συναισθήματα. Μια τέτοια συμπεριφορά που μεταφέρεται στις διατροφικές συνήθειες των παιδιών, μελλοντικά έχουν σοβαρό αντίκτυπο στη ζωή και υγεία του παιδιού που σε περιόδους συναισθηματικής αναταραχής στρέφονται στο φαγητό για να παρηγορηθούν ή να ανακουφιστούν. Σε αντίθετη περίπτωση, θετική επίδραση στα παιδιά έχει η απόκτηση της διατροφικής συνήθειας να καταναλώνουν ένα θρεπτικό ισορροπημένο πρωινό που θα τα βοηθάει να ανταποκριθούν στις σωματικές αλλά και πνευματικές τους δραστηριότητες καθημερινά και θα τους προσφέρει τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά ((Μπεργιαννάκη-Δερμιτζάκη, 2007 ).
Η Συντάξασα
Κασταμούλα Καλλιόπη
Εκπαιδευτικός
