
Ο τουρισμός, σήμερα, αποτελεί για την Ελλάδα έναν τομέα στον οποίο διαφαίνονται μεγάλες ευκαιρίες οικονομικής ανάπτυξης, λόγω των πολλών φυσικών πόρων που διαθέτει η χώρα µας, στους οποίους κυρίαρχο ρόλο έχουν τα νησιά και το κλίμα της χώρας µας. Πράγματι, οι Ευρωπαϊκοί προορισμοί ήλιου και θάλασσας που αναδείχτηκαν από την δεκαετία του 60’, αντιμετωπίζουν στις μέρες µας έντονο ανταγωνισμό τόσο από νέους προορισμούς όσο και από τις σύγχρονες απαιτήσεις των τουριστών-επισκεπτών. Είναι γεγονός ότι αυτοί οι προορισμοί που θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν η δεύτερη γενιά περιοχών μαζικού τουρισμού, διέρχονται µια περίοδο στασιμότητας ή και ύφεσης (Knowles & Curtis, 1999).
Οι τουριστικοί προορισμοί αποτελούν ιδανικές περιοχές διακοπών όπου οσύγχρονος άνθρωπος αναζητεί την φυγή από την καθημερινότητα, την χαλάρωση και την απόκτηση εμπειριών. Οι διαρκώς διογκούμενες ανάγκες του τουριστικού προϊόντος όμως έχουν μετατρέψει πολλές από αυτές τις περιοχές σε τεράστια αστικοποιημένα κέντρα συγκέντρωσης χιλιάδων τουριστών.
Η δημιουργία τέτοιων οικιστικών πυρήνων χωρίς σωστό- λειτουργικό σχεδιασμό και προγραµµατισμό, δεν απαξιώνει µόνο το τοπίο και κατακερµατίζει δασικά και παραλιακά οικοσυστήµατα, αλλά σε ορισµένες περιπτώσεις τα εξαφανίζει, όταν η τουριστική ανάπτυξη στερείται µακρόπνοου οράµατος και δεν στηρίζεται σε ορθολογικό στρατηγικό σχεδιασµό.
Η καταγεγραμμένη και αυξανόμενη λοιπόν τάση για φυγή έχει οδηγήσει σήµερα στην δημιουργία τουριστικών προορισμών γύρω από το όνομα των οποίων έχει πλασθεί ο μύθος του επίγειου παράδεισου. Ένας τέτοιος προορισµός είναι και το νησί της Ρόδου. Το παρόν κεφάλαιο θα εξετάσει την τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα και στη συνέχεια στη Ρόδο.
