δυσκολίες
Το παιδί όταν ξεκινάει στο σχολείο κατά τα πρώτα χρόνια της σχολικής του ηλικίας, έχει να αντιμετωπίσει ένα καινούριο περιβάλλον. Η προσαρμογή στο σχολικό περιβάλλον είναι δύσκολη καθώς το παιδί θα πρέπει να ανταγωνιστεί και να αντιμετωπίσει, όταν αυτό θεωρηθεί αναγκαίο, τα άλλα παιδιά μέσα στην τάξη. Αυτό που ουσιαστικά ζητάει το σχολείο από τον μαθητή, είναι να αποδείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει στη μαθησιακή διαδικασία και να εξελιχθεί σε καλό μαθητή. Επιπλέον, το παιδί ακολουθείται από το άγχος να εκπληρώσει τις προσδοκίες των γονιών του αλλά και του εκπαιδευτικού, όμως όσο μεγαλύτερες είναι αυτές οι προσδοκίες τόσο πιο πολύ το παιδί αντιμετωπίζει δυσκολίες στο να ανταπεξέλθει. Μάλιστα, βασιζόμενοι σε μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, παιδιά που φοιτούν στην πρώτη τάξη του σχολείου παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες σε ποσοστό 25%-30%. Τα παιδιά αυτά θα έρθουν αναπόφευκτα αντιμέτωπα με την σχολική αποτυχία, γεγονός που πολλές φορές τους προκαλεί συναισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης και αυτουποτίμησης των δυνατοτήτων τους(Αδαμόπουλος, 2002).
Το οικογενειακό πλαίσιο είναι αυτό που κυρίως καθορίζει την ανάπτυξη του παιδιού η οποία εξαρτάται από τις σχέσεις με τους γονείς του αλλά και τις προσδοκίες που έχουν οι γονείς από το παιδί τους και αυτές συμβάλλουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού όπως και στην ομαλή ψυχική και συναισθηματική του ανάπτυξη. Τα παιδιά στο σχολείο, έχουν να αντιμετωπίσουν τις προσδοκίες των εκπαιδευτικών σχετικά με τη σχολική τους επίδοση. Οι δυσλεκτικοί μαθητές μπορούν να τα καταφέρουν στο σχολείο και να πετύχουν αρκεί οι προσδοκίες των εκπαιδευτικών τους να είναι ξεκάθαρες από την αρχή και τα παιδιά να λαμβάνουν την απαραίτητη διδακτική προσέγγιση από το δάσκαλό τους. Οι απαιτήσεις των εκπαιδευτικών που συναναστρέφονται μέσα στην τάξη τους δυσλεκτικά παιδιά θα πρέπει να είναι ρεαλιστικές. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται τις αδυναμίες τους έναντι των συμμαθητών τους και αυτό επιδρά αρνητικά συναισθηματικά στην ψυχολογία του παιδιού και στην επίδοση του. Οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες πρέπει να εντάσσονται σε ένα παρεμβατικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα που να είναι προσαρμοσμένο στις ικανότητες και ιδιαίτερες ανάγκες τους. Οι μαθητές με δυσλεξία, εάν δεν αντιμετωπιστούν με την κατάλληλη μαθησιακή προσέγγιση, απομακρύνονται από την σχολική τους εξέλιξη εάν οι προσδοκίες και απαιτήσεις των εκπαιδευτικών αλλά και των γονιών ξεπερνούν των δυνατοτήτων τους. Επομένως, ο εκπαιδευτικός πρέπει να αφιερώνει τον απαραίτητο χρόνο, διότι τα δυσλεκτικά παιδιά έχουν τον δικό τους ρυθμό μάθησης, να μην συγκρίνει το δυσλεκτικό παιδί με το συμμαθητή του αλλά μόνο με το ίδιο και την πρόοδο που έχει κάνει. Ο εκπαιδευτικός οφείλει να σέβεται τη διαφορετικότητα του μαθητή του καθώς ο σεβασμός προς την ατομικότητα και ιδιαιτερότητα αποτελούν τα θεμέλια κάθε διδακτικής διαδικασία και προγράμματος παρέμβασης(Αγαλιώτης, 2004).
