
Η Παιδική Ποίηση στην Ελλάδα Είναι ευρέως γνωστό ότι η λογοτεχνία αποτελεί μια μορφή επικοινωνίας με κοινά χαρακτηριστικά με οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία. Πιο συγκεκριμένα, περιλαμβάνει μηνύματα, δηλαδή το λογοτεχνικό κείμενο, που αποστέλλει ο αποστολέας, στην περίπτωση μας ο συγγραφέας, σε έναν παραλήπτη, δηλαδή τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας επιλέγει τον τρόπο που θα συντάξει το μήνυμα του, αφού μπορεί να χρησιμοποιήσει τόσο εικονικά (σημαίνον και σημαινόμενο έχουν άμεση σχέση), όσο και συμβατικά σημεία (το σημαίνον έχει έμμεση σχέση με το σημαινόμενο). Ωστόσο, αυτό που είναι σημαντικό στη λογοτεχνία είναι ο παραλήπτης-αναγνώστης να υπάγεται στην ίδια γλωσσική κοινότητα με τοναποστολέα-συγγραφέα, έτσι ώστε να μπορεί να αποκωδικοποιήσει τα μηνύματα που θα του σταλούν. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κατανοήσει το περιεχόμενο του μηνύματος και να μπορέσει να βιώσει τα όσα θέλει ο συγγραφέας να του μεταδώσει με το κείμενο του (Παπαντωνάκης, 2008).
Κάτι αντίστοιχο ισχύει και με την Παιδική Λογοτεχνία, μόνο που σε αυτήν την περίπτωση ο συγγραφέας είναι αυτός που καλείται να δημιουργήσει κείμενα στη γλώσσα που είναι κατανοητή στα παιδιά. Έτσι, παρατηρείται μια ιδιομορφία στην παιδική λογοτεχνία, αφού συνήθως γράφεται από μεγάλους και απευθύνεται σε παιδιά. Άλλωστε, όπως γίνεται αντιληπτό και από τον ίδιο τον όρο «Παιδική λογοτεχνία» πρόκειται για το είδος της λογοτεχνίας που απευθύνεται στα παιδιά και σχετίζεται άμεσα με τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες τους. Σκοπός της παιδικής λογοτεχνίας είναι να συμβάλει στο να διερευνηθούν οι ορίζοντες των παιδιών και να κατανοήσουν ότι όλοι οι λαοί της γης πέρα από τις βαθιές διαφορές επιθυμούν το καλό, το δίκαιο, την ελευθερία και την ειρήνη.
Έχει ως απώτερο στόχο την ενίσχυση της πανανθρώπινης συνείδησης, η οποία μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο του 20 ου αιώνα και του μέλλοντος, έτσι ώστε να ζήσει αρμονικά μέσα σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία (Κανατσούλη, 2002:10-11, Αναγνωστόπουλος, 2008:7-9).
Σε αυτό το πλαίσιο η ένταξη της παιδικής λογοτεχνίας στο εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται απαραίτητη ήδη από την προσχολική ηλικία, έτσι ώστε οι μαθητές να μπορέσουν να καλλιεργήσουν ικανότητες και δεξιότητες κοινωνικού περιεχομένου, ενσυναίσθησης και αλληλοσεβασμού. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, αφού η παιδική λογοτεχνία κατέχει σημαντική θέση στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών ήδη το νηπιαγωγείο. Μέσα από τη αξιοποίηση των βιβλίων οι μαθητές αποκτούν βασικές αναγνωστικές εμπειρίες, βελτιώνουν και εμπλουτίζουν τον προφορικό τους λόγο, και γενικότερα διαμορφώνουν θετική στάση απέναντι στο διάβασμα με ευχάριστο και δημιουργικό τρόπο. Είναι ευρέως γνωστό ότι στα παιδιά ιδιαίτερα της προσχολικής ηλικίας αρέσουν τα λαϊκά λεκτικά παιχνίδια, τα παιχνιδοτράγουδα, οι γλωσσοδέτες, τα λαχνίσματα, τα νανουρίσματα, τα ταχταρίσματα, τα ποιήματα, τα τραγούδια, τα λίμερικς, τα αινίγματα, οι παροιμίες, οι θρύλοι, οι μύθοι και τα παραμύθια (Γκλιάου-Χριστοδούλου, 2004:2), δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι μεγάλο μέρος των κειμένων που θέλουν να ακούν ή να διαβάζουν ανήκουν στη ποίηση, και ιδιαίτερη στην παιδική ποίηση, που αποτελεί και το αντικείμενο της συγκεκριμένης εργασίας και θα αναλυθεί στη συνέχεια.
Ο Συντάξας
Κασταμούλα Κ.
Εκπαιδευτικός
