Δενδρύλλιο, Φυτό, Αυξανόμενη, Ανάπτυξη

Η πορεία κατά την οποία το άτομο εξελίσσεται και διαμορφώνεται ορίζεται

ως «ανάπτυξη» και ξεκινά από τη στιγμή της σύλληψης. Πολύ συχνά ο όρος

«ανάπτυξη» συγχέεται με τον όρο «εξέλιξη», χωρίς να ταυτίζεται, αφού έχει

τηνέννοια μιας θετικής πορείας για το άτομο σε αντίθεση με αυτόν της

«εξέλιξης» όπου η πορεία μπορεί να είναι και αρνητική (Παπαδόπουλος,

2005).

Η αναπτυξιακή διαδικασία περιλαμβάνει πολλά είδη, μεταξύ αυτών και τη

κοινωνική. Είναι σημαντική διότι βοηθά την ανάπτυξη όλων των πτυχών

της προσωπικότητάς του σε νοητικό, θυμικό, πνευματικό και

ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο. Αυτή συντελείται μόνο μέσα από την επαφή

με άλλα άτομα, αλλιώς σταματά και παρατηρείται παλινδρόμηση. Για το

λόγο αυτό, δεν μπορεί να προχωρήσει στην ανάπτυξη του εαυτού του και να

διαμορφώσει την προσωπικότητά του μακριά από τους ανθρώπους.

Μόνο μέσα από την ανακάλυψη διαφορετικών ατόμων και τη σύναψη

σχέσεων με τους άλλους, μπορεί να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί. Είναι

γεγονός, ότι από τη στιγμή που γεννιέται βρίσκεται και αναπτύσσεται μέσα

σε ένα κοινωνικό περιβάλλον. Αυτό δε σημαίνει πως το άτομο γεννιέται

έχοντας τα χαρακτηριστικά ενός κοινωνικού όντος, αλλά ότι καθίσταται

βαθμιαία κοινωνικό ον. Ωστόσο, υπάρχουν διάφορες θεωρητικές

προσεγγίσεις και διαφορετικοί θεωρητικοί που εστιάζουν σε ένα

διαφορετικό επίπεδο της κοινωνικής ανάπτυξης (Ρέιμον- Ριβιέ, 2001).

Η κοινωνική ανάπτυξη είναι μια διαρκής και αδιάκοπη διαδικασία η οποία

ξεκινάει από τη στιγμή της γέννησης και φτάνει περίπου μέχρι το τέλος της

εφηβείας.

Το παιδί αρχίζει να κοινωνικοποιείται σταδιακά, μέσα από ανταλλαγές και

αλληλεπιδράσεις, αρχικά με το άμεσο περιβάλλον και στη συνέχεια μέσα στο

ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Γίνεται φανερό, λοιπόν, ότι συναναπτύ-

σσονται ποικίλες πτυχές και ικανότητες του ατόμου, όπως η ανάπτυξη του

θυμικού και του νοητικού επιπέδου, ώστε να συμμετέχει ενεργά στην

κοινωνική του ανάπτυξη, καθώς η κοινωνικοποίηση χρειάζεται την

αλληλεπίδραση ανάμεσα στο παιδί και το υπόλοιπο κοινωνικό περιβάλλον. 

Ως φορείς κοινωνικοποίησης, θεωρούνται όλοι εκείνοι οι κοινωνικοί

οργανισμοί που ενισχύουν και αναπαράγουν τα στερεότυπα γύρω από τα

χαρακτηριστικά για τις σχέσεις των ατόμων, ενώ ταυτόχρονα παρέχουν

αξίες και συμπεριφορές που υιοθετούνται από τα παιδιά. Πιο συγκεκριμένα,

οι βασικότεροι φορείς συνοψίζονται ως εξής:

 Η οικογένεια. Μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, όπου τα πρότυπα

των γονιών κυριαρχούν, είναι συχνά εμφανής η ύπαρξη διακρίσεων

ανάλογα με το φύλο του παιδιού. Η συμπεριφορά των γονέων είναι

διαφορετική απέναντι στα παιδιά όπως και η επιθυμητή εξέλιξη τους

(προσδοκίες για το μέλλον τους), γεγονός που συμβάλλει στην ενίσχυση των

στερεοτύπων (Shaffer, 1996).

Το σχολείο. Ενώ τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται μια προσπάθεια

για να εξαλειφθούν τα κοινωνικά στερεότυπα μέσα στο σχολικό περιβάλλον,

εντούτοις, φαίνεται πως αυτά αναπαράγονται μέσω της συμπεριφοράς των

εκπαιδευτικών. Είναι προφανές ότι όντας «εντυπωμένα» στις συνειδήσεις

των δασκάλων, είναι δύσκολο να μην αναπαραχθούν, πόσο μάλλον να

εξαλειφθούν (Φραγκουδάκη, 1995).

Το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Αφορά τις ομάδες συνομηλίκων,

όπου το παιδί εντάσσεται και επηρεάζεται από αυτές δρώντας πιο ελεύθερα

απ’ ότι στο σχολείο ή την οικογένεια. Επίσης, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης

όπου στις μέρες μας «διαμορφώνουν» πρότυπα συμπεριφοράς και

συνηθειών. Τέλος, η θρησκεία, μέσω της οποίας γίνεται προβολή κανόνων,

ηθών και εθίμων, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνία και αποτελεί

σημαντικό φορέα αναπαραγωγής στερεοτύπων.

Το παιχνίδι. Από το πρώτο έτος της ηλικίας του παιδιού, το παιχνίδι,

αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα κοινωνικοποίησης, είτε είναι ατομικό,

όπου το παιδί «υποδύεται» ρόλους, είτε ομαδικό, όπου μαθαίνει να

λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο αρχών και κανόνων συνυπάρχοντας με τους

άλλους(Giddens, 2009).

Ο Συντάξας

Κασταμούλα Κ.

Εκπαιδευτικός